ΕΣΥ τι λες για την ταινία

3 Μάχιμοι γιατροί σχολιάζουν

Παγώνα Παπαγεωργάκη: Η δική μου καθημερινότητα

Κάθε ευνομούμενο κράτος έχει και αντανακλά το σύστημα υγείας που του αρμόζει. Τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία δεν είναι αποκομμένα από το κοινωνικό γίγνεσθαι που τα δημιούργησε, τα συντηρεί, τα αποδομεί, τα μεταλλάσσει. Αυτή η διαπίστωση μου βγήκε αβίαστα από την ταινία του Σ. Γκορίτσα. Επίσης, από τις πρώτες σκηνές, χωρίς να γνωρίζω ότι ο συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου ήταν γιατρός του ΕΣΥ, ήμουν σίγουρη ότι η οπτική ήταν μέσα από βιώματα ανθρώπου που έχει εργαστεί σε ελληνικό δημόσιο νοσοκομείο, και κυρίως έχει εφημερεύσει σε γενική του εφημερία.

Αρχικά όταν μου πρότειναν να δω την ταινία, ήμουν επιφυλακτική. Η πρώτη μου σκέψη ήταν: Οχι πάλι δακρύβρεχτες τριανταφυλλοπουλικές ιστορίες με μονίμως διεφθαρμένους γιατρούς και εσαεί αδικοχαμένους ασθενείς, όχι πάλι κατηγορίες και αναθέματα ρουτίνας. Ξαφνιάστηκα ευχάριστα με τον σχεδόν ντοκιμαντερίστικο, αρκετά αποστασιοποιημένο τρόπο γυρίσματος. Ακόμη και οι σπάνιες συναισθηματικές εξάρσεις του πρωταγωνιστή ή οι όποιες ελάχιστες σκηνοθετικές υπερβολές, χρησιμοποιούνται για να δώσουν ευκρινέστερα το στίγμα της καθημερινότητας στα ελληνικά νοσοκομεία.

Εργάζομαι ανελλιπώς στο ΕΣΥ από το 1997, που ξεκίνησα την ειδικότητά μου. Η ταινία του Σ. Γκορίτσα είναι η δική μου καθημερινή πραγματικότητα εδώ και 14 χρόνια. Μια πραγματικότητα σκληρή, γκροτέσκ, γεμάτη κούραση, απογοήτευση, μάχες αλλά συνάμα ενδιαφέρουσα, ανθρώπινη, δική μας. Δεν σκέφτηκα ποτέ να εργαστώ κάπου αλλού, ακόμη και αν για πολλοστή φορά έχω φτάσει στα όριά μου και θέλω να παραιτηθώ.

Εχω γνωρίσει ιδιόρρυθμους διευθυντές, αμερικανόπληκτους συναδέλφους, επίορκους, κουρασμένους, απογοητευμένους, ιδεολόγους, ρομαντικούς, άσχετους, εξαιρετικούς. Οπως είναι και οι συμπολίτες μου, δηλαδή. Εχω γνωρίσει το λόμπι των δημόσιων νοσοκομείων: μη παραγωγικοί μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Το σημερινό γερασμένο λειτουργικά, κτηριακά και διοικητικά ΕΣΥ δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθρέφτη μας. Ακόμη και έτσι, όμως, εξυπηρετεί στην αυτογνωσία μας. Αν δεν σου αρέσει, άλλαξε το υποκείμενο-είδωλο.

Διονύσης Μητρόπουλος: Πρόβλημα το «όλα σε ένα»

Έχοντας σχεδόν 30 χρόνια την ιατρική ιδιότητα και υπερεικοσαετή θητεία στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης δεν ήξερα, βλέποντας την ταινία, αν ήθελα να γελάσω, να κλάψω ή απλώς να σταματήσω να τη βλέπω. Δεν νομίζω να υπάρχει γιατρός που να μην έχει έλθει αντιμέτωπος με κάποια ή κάποιες από τις καταστάσεις που περιγράφονται.

Η χρήση πάντως της υπερβολής αποτελεί έναν τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης, που όμως είναι εύκολα παρεξηγήσιμος και ενίοτε δυσνόητος. Το κύριο πρόβλημα του σεναρίου είναι το «όλα σε ένα»: τα κυκλώματα, η διαπλοκή, η αυθαιρεσία, η βία, ο συνδικαλισμός, τα διλήμματα, οι προσωπικές επιλογές, η «επανάσταση».

Τελικά, τι θέλει να είναι αυτή η ταινία; Στρατευμένος κινηματογράφος καταγγελίας; Δεν πιστεύω ότι το ήθελε και αν το ήθελε δεν τα κατάφερε. Κωμωδία; Πολύ πικρή, τουλάχιστον για μένα. Ιλαροτραγωδία; Πιθανότατα. Στην προσέγγιση κάθε έργου (από ποίημα μέχρι ζωγραφικό πίνακα) ξαναβιώνω τον μαθητικό μου εφιάλτη: ποια είναι η κεντρική ιδέα και ποιο είναι το μήνυμα; Το μόνο που μπορώ να απομονώσω είναι την πικρή διαπίστωση του ευαίσθητου, γαλλοτραφούς διευθυντή στην αρχή της ταινίας με μουσική υπόκρουση Carmina Burana (τυχαίο;): «ένα είναι το ακατόρθωτο: το αυτονόητο».

Τα αυτονόητα, όμως, ισχύουν για εκείνους που, ιστορικά και κοινωνικά, έχουν βιώσει τον γαλλικό διαφωτισμό και δεν μετέπεσαν από τον κοτζαμπασισμό στην παγκοσμιοποίηση. Η μη επιστροφή του διευθυντή στο προσκήνιο (έζησε; πέθανε;) αφήνει μια ανησυχία: ποιος θα είναι εκείνος που θα συνεχίσει να σηματοδοτεί το άπιαστο (;) «αυτονόητο» όνειρο; Ο «τσακισμένος» (τα κατάγματα από τη σύγκρουση με το κατεστημένο) ρομαντικός επιμελητής του με τη λαϊκή αποδοχή (τα χειροκροτήματα στην είσοδο του νοσοκομείου); Και τελικά ποια είναι η «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη» ελευθερία;

Μιμή Γεωργακοπούλου: Είδα πραγματικούς ανθρώπους

Οταν τέλειωσε η ταινία, ένιωσα ανακούφιση. Δεν θα μπορούσα να σχολιάσω ή να απαντήσω σε καταγγελίες και «αποκαλύψεις». Εδώ, όμως, είδα πραγματικούς ανθρώπους, γνώριμους χώρους και καταστάσεις.

Ο κεντρικός ήρωας στην αρχή μού φάνηκε εξωπραγματικά καλός, σχεδόν μονοδιάστατος. Δεν είναι τυχαίο, σκέφτηκα, ότι το σενάριο βασίστηκε σε βιβλίο συναδέλφου. Πολύ γρήγορα, όμως, συνήλθα. Σιγά σιγά, πάνω του, αναγνώριζα φίλους και συνεργάτες όλων των ειδικοτήτων. Είδα τον αγώνα, την αγωνία τους, την εξοντωτική κούραση, τη συμπόνια για τους ασθενείς, το θυμό και την απόγνωση.

Να παραστήσω την ανήξερη για το στυγνό οικονομικό αλισβερίσι, για τον σκληρό ανταγωνισμό; Ναι, κάποιοι ασθενείς ξεπέρασαν τα όρια της γραφικότητας, κάποιοι από το βοηθητικό προσωπικό μού φάνηκαν χυδαίοι, κάποιες από τις ταλαιπωρίες του κεντρικού ήρωα υπερβολικές. Ομως ο ανθρώπινος δεσμός και η έγνοια για τους ασθενείς ήταν εκεί επίσης, εκεί και οι δύσκολες προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε εργαζόμενους που περνούν περισσότερες ώρες στη δουλειά απ’ όσες στο σπίτι τους.

Η τελευταία σκηνή με τάραξε. Ο γιατρός (κεντρικός ήρωας) επιστρέφει στον τόπο τού εγκλήματος, το νοσοκομείο. Το άθλιο κτίριο σημαιοστολισμένο, το προσωπικό που τον καλωσορίζει, το ζευγάρι των ηλικιωμένων που περιμένουν καρτερικά, η μουσική (ο εθνικός ύμνος ανακατεμένος με το Ι will survive)!!! Δάκρυσα. Δεν ξέρω εάν αυτή ήταν η πρόθεση του σκηνοθέτη, εγώ όμως ένιωσα ότι αξίζει τον κόπο να συνεχίσω να δουλεύω σκληρά και… να γκρινιάζω ταυτόχρονα.

Από την Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Μαρτίου.
Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s